Ἀπό τήν ’Εποποιία τοῦ 1940-41, στό σήμερα

Της Μερόπης Ν. Σπυροπούλου*

«Ὁ ἀγώνας τῶν Ἑλλήνων εἶχε τόσο μεγάλο εἰδικό βάρος, ὥστε καθ’ ὅλη τή διάρκειά του, ἡ διεθνής ἀναμέτρηση εἶχε περιέλθει σέ δευτερεύουσα μοῖρα καί ἡ ἀνθρωπότητα μιλοῦσε γιά τήν Ἑλλάδα. Διότι αὐτή ἔδωσε τήν πρώτη στήν ξηρά νίκη στά ἐλεύθερα ἔθνη. Αὐτή θρυμμάτισε τόν θρῦλο τοῦ ἀήττητου Ἄξονα. Αὐτή ἀνέτρεψε τίς προοπτικές του καί τό χρονοδιάγραμμα τῶν ἐπιχειρήσεών του. Ὅλοι τοῦ πολέμου οἱ παράγοντες ἦταν συντριπτικά δυσμενεῖς γιά τό ἑλληνικό ἔθνος: ἀριθμός, ὁπλισμός, μέσα, ἔδαφος, πρωτοβουλία, χρόνος, καθεστώς, ὑλική στάθμη. Ἕνας μόνο ἦταν εὐνοϊκός: ὁ ψυχικός. Καί αὐτός νίκησε γιατί μεγαλύτερη δύναμη καί τελειότερο ὅπλο ἀπό τήν ψυχή δέν ὑπάρχει…». (Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου)

Κι ἀπό τό τότε, στό τώρα… Ἐκεῖνοι, τότε, ἦσαν ἁπλοί, περαστικοί ἄνθρωποι, πού εἶχαν ἰδανικά καί ὁράματα καί, γι’ αὐτό, ἔκαναν ἀξεπέραστες πράξεις. Ἐμεῖς, σήμερα, ἐγωπαθεῖς καί εὐδαιμονιστές, γίναμε οἱ μᾶζες τῶν ὑλικῶν διεκδικήσεων. Ἀπό τό φῶς καί τήν μυστική παραμυθία πού ἐκπέμπουν οἱ εἰκόνες καί οἱ μακρινοί ἀπόηχοι τοῦ τότε, νιώθουμε μιά ξαφνική, διάχυτη καί πνιγηρή θολούρα, ἕνα ζοφερό σκοτάδι νά ἁπλώνεται, τώρα, γύρω μας.

Τά σημάδια τῶν καιρῶν, ὁλοφάνερα πιά, μέσα ἀπό τούς βανδαλισμούς καί τίς καταστροφές, ἀκόμα καί μέσα στά Πανεπιστήμια καί τά Σχολεῖα, τά δακρυγόνα, τόν ἄδικο φυσικό καί ψυχικό χαμό ἀθώων καί συχνά ἀμούστακων -ἀλλά ἀνερμάτιστων- παιδιῶν, καί ἀπό τήν βάναυση κακοποίηση ἱερῶν καί ἐθνικῶν συμβόλων, μιλοῦν μιάν ἄλλη γλῶσσα. Μιά ἐχθρική, πρός τήν ἴδια τους τήν πατρίδα, γλῶσσα πού ἦταν ἄγνωστη στούς Ἕλληνες τοῦ τότε καί παραμένει ἀκατανόητη σέ ὅσους καί σήμερα πιστεύουν στά ἴδια ἱερά καί ὅσια.

Μιλοῦν τήν μηδενιστική γλῶσσα τῆς βίας καί τῆς καταστροφῆς. Αὐτήν πού σηματοδοτεῖ μιά ἐξουθενωτική καί τραγική, συγχρόνως, κατάργηση τῶν πανίσχυρων δυνάμεων τῆς ψυχῆς. Μιά γλῶσσα πού κραυγάζει μέσα ἀπό ἕνα ζοφερό ἐσωτερικό κενό, μέσα ἀπό τήν ἔλλειψη ἐλπίδας, μέσα ἀπό τήν ἀπόγνωση. Τά σημάδια καταγράφουν τήν ἀλλοφροσύνη πού συνοδεύει τήν φυσική παραφορά τῶν νέων, ὅταν τούς λείπει ἕνα οὐσιαστικό νόημα ζωῆς, ἕνα ὄνειρο, ἕνας ὡραῖος σκοπός, καί γίνονται ἔτσι ἡ εὔκολη λεία κάποιων ἀναίσχυντων καί ἄθλιων ἡγετῶν.

Τά σημάδια τῶν καιρῶν, μέ σαφήνεια ὁριοθετοῦν τά ἀποτελέσματα μιᾶς ὕπουλης καί συστηματικῆς ὑποβάθμισης καί ἀπαξίωσης ὅλων ἐκείνων στά ὁποῖα πίστευαν καί γιά τά ὁποῖα, ὡς ἱερά καί ὅσια, πολέμησαν ἀνέκαθεν οἱ Ἕλληνες, ὅπως κι ἐκείνη ἡ γενιά πού ἔγραψε τήν ἐποποιία τοῦ 1940-41. Καί τά σημάδια προκαλοῦν ἀμείλικτα ἐρωτηματικά.

***

Σέ τί ἄραγε πιστεύουμε σήμερα, ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες; Ποιά ἰδανικά καί ποιές ἀξίες ἔχουμε, ἐμεῖς οἱ μεγάλοι, ἐμπνεύσει καί κληροδοτήσει στίς νέες γενιές αὐτῆς τῆς Πατρίδας; Μέ ποιά ὅπλα ἔχουμε θωρακίσει τήν ψυχική τους δύναμη;

Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἔχουμε κατρακυλήσει τόσο χαμηλά «στοῦ κακοῦ τή σκάλα», ὥστε νά συμπεριφερόμαστε σ’ αὐτήν τήν Πατρίδα σάν νά εἴμαστε κάποιοι βάρβαροι κατακτητές της;

Πῶς γίνεται νά μᾶς ἔχει τυφλώσει τόσο ὁ ἄκρατος κομματισμός καί νά μήν ἔχουμε ἀκόμα συνειδητοποιήσει ὡς κοινωνία, πώς ἀληθινή Παιδεία σημαίνει τό νά προσπαθεῖς συνεχῶς νά γίνεσαι καλύτερος ἄνθρωπος, παλεύοντας μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου, παλεύοντας οὐσιαστικά γιά ἠθική αὐτοβελτίωση; Πώς, καλύτερος δέν εἶναι μόνο αὐτός πού παράγει ἤ καί ἀπολαμβάνει τά ὑλικά ἀγαθά πού τοῦ ἐξασφαλίζει τό ὅποιο «αὐξημένο κατά κεφαλήν εἰσόδημα», ἀλλά αὐτός πού χαίρεται νά δημιουργεῖ καί νά προσφέρει, μέ θεμέλιο τήν Πίστη, τα ἰδανικά καί τίς διαχρονικές ἀξίες;

Πώς, ὁ ψυχρός, τέλος, μονοσήμαντος ὀρθολογιστικός ὑλισμός καί ἡ ἀπόλυτα ἀπνευμάτιστη καί χρησιμοθηρική-εὐδαιμονιστική διάσταση τῆς ἐκπαίδευσης, συνεπάγεται δηλητηριώδεις καρπούς;

Τί θά πρέπει ἀκόμα νά συμβεῖ γιά νά ἀντιληφθοῦμε πώς μιά Παιδεία:

  • πού ἔχει καταργήσει τήν ἔννοια τοῦ «πρέπει» καί τοῦ «ὀφείλω» καί προπαγανδίζει μόνο καί συνεχῶς τό «ἐγώ» καί τό «θέλω»,
  • πού ἔχει ἐκμηδενίσει τήν νομοτελειακή καί ἀναγκαία σύνδεσή της μέ τήν ἔννοια τοῦ μόχθου καί δέν μιλάει πιά γιά ἠθικές καί ἐθνικές ἀξίες,
  • πού ἀποσιωπᾶ τήν χαρά τῆς δημιουργίας, τῆς προσ-φορᾶς καί τῆς οὐσιαστικῆς ἔννοιας τῆς ἀλληλεγγύης,
  • πού ἔχει, τέλος, ὑποβαθμίσει τελείως τήν σημασία τῆς πνευματικῆς ἀνάτασης τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας στήν ζωή, εἶναι αὐτή ἀκριβῶς ἡ Παιδεία πού καταδικάζει τά παιδιά μας σέ μιά ζωή ἀν-έλπιδη, ἄκαρδη καί ἄψυχη;

Εἶναι αὐτή ἡ Παιδεία πού καταδικάζει σέ ψυχικό μαρασμό αὐτά τά ἴδια τά παιδιά στά ὁποῖα, ἐμεῖς οἱ μεγάλοι, ἀρνούμαστε νά ποῦμε μέ εἰλικρίνεια -ἄν καί πολύ καλά τό γνωρίζουμε- ποιές θά εἶναι οἱ ἐπιπτώσεις αὐτῆς τῆς «Ἀ-παιδείας», πού σήμερα βιώνουν στά πεζοδρόμια καί στίς κατειλημμένες αἴθουσες διδασκαλίας.

Θά εἶναι ἐπιπτώσεις ὀλέθριες καί μή ἀναστρέψιμες, τόσο γιά τήν δική τους ζωή, ὅσο καί, γενικότερα, γιά τήν ἑλληνική κοινωνία στήν ὁποία θά ζήσουν αὐτά, μαζί μέ τά δικά τους παιδιά.

Ἀντί γι’ αὐτό, ἐμεῖς οἱ ὑπεύθυνοι μεγάλοι, συναγωνιζόμαστε, μέ τήν πιό ξεδιάντροπη ὑποκρισία, σέ μιά ἄκρατη, ἀνόητη καί πρωτοφανῆ, στήν χώρα μας, «παιδοκολακεία». Συναγωνιζόμαστε στό ποιός πρῶτος θά χειροκροτήσει τά μηδενιστικά καί«ἀγωνιστικά», τάχα, αἰτήματα τῶν παιδιῶν, πού κάποιοι ἄλλοι, ἐπιτήδειοι καί ἰδιοτελεῖς, τούς τά ἔχουν ὑπαγορεύσει. Πότε, λοιπόν, θά συνειδητοποιήσουμε, ὅλοι ἐμεῖς, τίς ἐγκληματικές ἐνοχές μας;

Χωρίς Πίστη, γιά κιβωτό καί καταφύγιο, μέ τήν μονοδιάστατη καί μονότονη προβολή τῶν πιό σαθρῶν καί χυδαίων προσώπων καί πράξεων ἀπό τά σύγχρονα Μέσα Μαζικῆς Ἐπικοινωνίας, πού μόνο σέ μιά ἀνθρώπινη μάζα ἀπευθύνονται, τί μαθήματα ζωῆς παίρνουν τά παιδιά μας;

Πότε ἔχει γίνει μιά συστηματική προσπάθεια νά προβληθοῦν καί ὅσα καλά καί παρήγορα, τυχόν, συμβαίνουν γύρω μας -γιατί εἶναι βέβαιο ὅτι συμβαίνουν καί πολλά σημαντικά καλά στήν ζωή μας- ὥστε νά γίνει ἀντιληπτή ἡ ἀδιαμφισβήτητη διαχρονική τιμή τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν; Γιατί νά μήν ἀναφέρεται, σχεδόν ποτέ, καί ἡ ἄλλη, ἡ πολύτιμη ὄψη τῆς πολυδιάστατης ἐκκλησιαστικῆς προσφορᾶς;

Σέ ποιά ἀνώτερη δύναμη, σέ ποιά φωτεινή ἀλήθεια θά μπορέσουν νά στραφοῦν τά παιδιά μας, γιά βοήθεια καί γιά στήριγμα, τίς ὧρες τῆς μεγάλης δοκιμασίας; Ἀπό ποιά δικά μας ἱστορικά καί ἀξεπέραστα ἐπιτεύγματα φροντίσαμε νά ἐμπνέεται, ἀλλά καί νά ὑπερηφανεύεται ἡ σύγχρονη νεολαία;

Σ’ ἕνα ταξίδι μας στήν Ρωσία, πρίν ἀπό χρόνια, οἱ ξεναγοί μᾶς ἔδειξαν μέ ὑπερηφάνεια τό μεγαλειῶδες μνημεῖο πού ἔχουν στήσει στήν Μόσχα γιά τούς πεσόντες στόν Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, πού τόν ὀνομάζουν «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο», μέ τά δεκάδες φωτισμένα συντριβάνια, ἀπό τά ὁποῖα ξεχύνεται κόκκινο σάν αἷμα νερό, γιά νά θυμίζει τήν μεγάλη θυσία.

Ποῦ εἶναι τό ἀντίστοιχο δικό μας μνημεῖο καί μουσεῖο γιά τήν ἐποποιία τῆς Β. Ἠπείρου, γιά τήν τραγική περίοδο τῆς Κατοχῆς; Στό σχολικό βιβλίο τῆς Στ´ Δημοτικοῦ, γι’αὐτά τά μοναδικά κατορθώματα τῆς πολεμικῆς περιόδου τοῦ 1940-41, μέ τά ὁποῖα, κατά τήν γνώμη μου, στείλαμε στήν ἀνθρωπότητα τήν τελευταία πρόταση πολιτισμοῦ τῆς νεώτερης ἱστορίας μας, εἶναι ἀφιερωμένες συνολικά τέσσερις ἀράδες στίς ὁποῖες ἀναφέρεται ὅτι:

«Ἡ Ἑλλάδα μπαίνει στόν πόλεμο στίς 28 Ὀκτωβρίου 1940, ὅταν ἀπαντᾶ ἀρνητικά στό τελεσίγραφο τοῦ Μουσολίνι. Οἱ Ἕλληνες, τό 1940-41, ἀπομακρύνουν τά ἰταλικά στρατεύματα ἀπό τά ἑλληνοαλβανικά σύνορα σημειώνοντας σημαντικές νίκες». Αὐτό εἶναι ὅλο… τό ἔπος.

Ἀπό ποιά, ἑπομένως, σύγχρονα ἤ καί ἱστορικά πρότυπα καί μέ ποιά ἀληθινά παραδείγματα θά κατανοήσουν τά παιδιά μας τό μεγαλεῖο πού ἐνυπάρχει σέ ὅλα ἐκεῖνα τά μοναδικά δικά μας -γλῶσσα, θρησκεία, ἱστορία, παραδόσεις- πού συνιστοῦν τήν ἀληθινή ἔννοια τῆς Πατρίδας, τῆς δικῆς τους Πατρίδας; Καί πῶς θά συνειδητοποιήσουν, ἐπίσης, τό τί σημαίνει νά ἀνταποκρίνεσαι σ’ ἕνα χρέος, μέ μιά θυσία πού ἔχει ἱερό σκοπό; Ποιός θά τούς πεῖ, μέ δυό λόγια, ὅτι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, τό 1821, διδάξαμε τούς λαούς «πῶς οἱ σκλάβοι γίνονται ἐλεύθεροι», καί τό 1940, διδάξαμε καί πάλι τήν ἀνθρωπότητα, «πῶς οἱ ἐλεύθεροι δέν γίνονται σκλάβοι»;

***

Ἡ ἀπάντηση πιστεύω πώς εἶναι μία καί ἐκφράζεται μονότονα, μέ μιά λέξη: Παιδεία. Συνίσταται, δηλαδή, σέ μιά προσπάθεια γιά ἐθνική ἀφύπνηση καί γιά ἀνυποχώρητη ἀπαίτηση, ἀπό τούς ὅποιους ἑκάστοτε ἁρμοδίους, νά γίνει οὐσιαστικός ἀναπροσανατολισμός τῆς Παιδείας πού παρέχεται στά Σχολεῖα μας, μέ ἐμπλουτισμό της ἀπό ὅσα συνιστοῦν τίς διαχρονικές μας ἀξίες, ἀπό ὅσα ἐμπνέουν τόν ἀγώνα τόν καλό καί τήν ἀξιοπρέπεια, σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ἀτομικῆς καί κοινωνικῆς ζωῆς.

Συγχρόνως, ὅμως, εἶναι ἀναγκαία καί ἡ ἀνάληψη τῆς προσωπικῆς ἀπό τόν καθένα μας εὐθύνης, γιά ἀντίσταση στήν ἀπάθεια, στήν ξενομανία, στήν μονοσήμαντη προσήλωση καί διεκδίκηση ὑλικῶν μόνο ἀγαθῶν. Ὀφείλουμε, μέσα στίς οἰκογένειες, νά μεταγγίσουμε στά παιδιά μας καί στά ἐγγόνια μας μιά ζωογόνα πίστη στήν Θεία Πρόνοια, νά τά γαλουχήσουμε μέ τήν ἐπίγνωση τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας καί μέ τούς θησαυρούς τῆς ἱστορικῆς μας διαδρομῆς καί παραδόσεως. Χρειαζόμαστε ἐθνικό φρόνημα.

Ἔτσι καί μόνον ἔτσι, μποροῦμε νά τολμοῦμε νά γονατίζουμε μέ σεβασμό μπροστά στούς ἡρωικούς μας προγόνους καί νά ἐλπίζουμε ὅτι, σ’ αὐτούς τούς δύσκολους καιρούς, ἡ πολύπαθη ἀγαπημένη μας πατρίδα θά μπορέσει νά ἐπιβιώσει μέ τήν τιμή καί τήν ἀξιοπρέπεια πού τῆς ἀξίζουν. Μέ τήν τιμή καί τήν ἀξιοπρέπεια πού ἐκεῖνοι μᾶς κληροδότησαν, προσφέροντας θυσία, ὄχι κάποιες ἀνέσεις ἤ κάποια χρήματα, ἀλλά τήν ἴδια τήν ζωή τους.

 

Απόσπασμα

από το νέο βιβλίο

της Μερόπης Ν. Σπυροπούλου

«ΕΝΑ ΔΑΦΝΙΝΟ ΣΤΕΦΑΝΙ,

KEIMENA ΧΡΕΟΥΣ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΗΣ»

που κυκλοφορεῖται

ἀπό τίς ἐκδόσεις

«ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ»

(τηλ.: 210 9310605).