Ο Απόστολος της Κυριακής 30 Οκτωβρίου 2016

 

1133(Β´ Κορ. ια´ 31 – ιβ´ 9)

Αδελφοί, ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. ᾿Εν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης ᾿Αρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ. Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι. ῾Υπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου. ᾿Εὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ. Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. ῾Υπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ· καὶ εἴρηκέ μοι· ᾿Αρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ῞Ηδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.

 

Απόδοση σε απλή γλώσσα

Αδελφοί, ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ -ἂς εἶναι εὐλογημένο τὸ ὄνομά του στοὺς αἰῶνες- ξέρει ὅτι δὲν λέω ψέματα. Στὴ Δαμασκό, ὁ διοικητὴς-ἐκπρόσωπος τοῦ βασιλιᾶ ᾿Αρέτα ἔβαλε φρουροὺς σὲ ὅλη τὴν πόλη γιὰ νὰ μὲ συλλάβει. Μέσα ὅμως ἀπὸ ἕνα ἄνοιγμα τοῦ τείχους μὲ κατέβασαν μὲ καλάθι καὶ ξέφυγα ἀπὸ τὰ χέρια του. Δὲν μὲ συμφέρει βέβαια νὰ καυχηθῶ· θὰ τὸ κάνω ὅμως, γιατὶ πρόκειται γιὰ ὁράματα κι ἀποκαλύψεις ποὺ μοῦ χάρισε ὁ Κύριος. Ξέρω ἕναν ἄνθρωπο πιστό, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ δεκατέσσερα χρόνια ἀνυψώθηκε μέχρι καὶ τὸν τρίτο οὐρανὸ -δὲν ξέρω ἂν ἦταν μὲ τὸ σῶμα του ἢ χωρὶς τὸ σῶμα, αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ ξέρει. Ξέρω ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος -ἢ ἦταν μὲ τὸ σῶμα ἢ χωρὶς τὸ σῶμα δὲν τὸ ξέρω, ὁ Θεὸς τὸ ξέρει- μεταφέρθηκε ξαφνικὰ στὸν παράδεισο κι ἄκουσε λόγια ποὺ δὲν μπορεῖ οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ τὰ πεῖ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο θὰ καυχηθῶ· γιὰ τὸν ἑαυτό μου ὅμως δὲν θὰ καυχηθῶ, παρὰ μόνο γιὰ τὶς ταλαιπωρίες μου. ῞Αμα θελήσω, λοιπόν, νὰ καυχηθῶ, δὲν θὰ φανῶ ἀνόητος, γιατὶ θὰ πῶ τὴν ἀλήθεια. Τὸ ἀποφεύγω ὅμως, μήπως ἐξαιτίας τοῦ μεγαλείου τῶν ἀποκαλύψεων, μὲ θεωρήσει κανεὶς παραπάνω ἀπ’ αὐτὸ ποὺ βλέπει ἢ ἀκούει ἀπὸ μένα. Γιὰ νὰ μὴν περηφανεύομαι ὅμως, ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωσε ἕνα ἀγκάθι στὸ σῶμα μου, ἕναν ὑπηρέτη τοῦ σατανᾶ νὰ μὲ ταλαιπωρεῖ, ὥστε νὰ μὴν περηφανεύομαι. Γι’ αὐτὸ τὸ ἀγκάθι τρεῖς φορὲς παρακάλεσα τὸν Κύριο νὰ τὸ διώξει ἀπὸ πάνω μου. ῾Η ἀπάντησή του ἦταν· «Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου, γιατὶ ἡ δύναμή μου φανερώνεται στὴν πληρότητά της μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀδυναμία σου». Μὲ περισσότερη εὐχαρίστηση, λοιπόν, θὰ καυχηθῶ γιὰ τὶς ταλαιπωρίες μου, γιὰ νὰ κατοικήσει μέσα μου ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ.